Τέλος καλοκαιριού κι είναι σκόπιμο να σχολιάσουμε τον τουρισμό μας. Όχι λογαριάζοντας πόσοι τουρίστες ήρθαν και πόσα χρήματα άφησαν, πόσα κρουαζιερόπλοια, πόσα ιδιωτικά σκάφη και πόσα αεροπλάνα.
Αξία έχει να κάνουμε έναν απολογισμό με προβολή στο μέλλον, πράγμα που ουσιαστικά ταυτίζεται με την ποιότητα του τουρισμού μας. Αν, δηλαδή, προσφέραμε καλές υπηρεσίες, τότε, πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον. Αν, αντίθετα, οι υπηρεσίες μας ήταν κακές, τότε δεν πρέπει να έχουμε προσδοκίες για το τουριστικό μέλλον της Κέρκυρας, το οικονομικό μέλλον του κάθε Κερκυραίου, εντέλει, αφού η οικονομία της Κέρκυρας στηρίζεται εξ ολοκλήρου στον τουρισμό.
Ας θέσουμε, λοιπόν, το απλό ερώτημα: Γιατί ο τουρίστας που επισκέφτηκε την Κέρκυρα θα ήθελε να την επισκεφτεί ξανά;
Αναμφίβολα, η απάντηση δεν είναι μία. Υπάρχουν ένα σωρό παράμετροι που επηρεάζουν το πόσο καλά περνάει ένας τουρίστας, από το είδος και την ποιότητα του τουρισμού που αγοράζει καθώς κι από τις προσδοκίες που έχει.
Στο άρθρο αυτό, όμως, δεν υπάρχει πρόθεση να γίνει μια σφαιρική ανάλυση της τουριστικής πολιτικής που ασκείται στην Κέρκυρα αλλά θα σχολιαστεί το ανθρώπινο στοιχείο. Θα σταθούμε, δηλαδή, στην συμπεριφορά και την εικόνα του Κερκυραίου που εντέλει χαρακτηρίζει και τον πολιτισμό της.
Λοιπόν, ναι. Ο τουρίστας που επισκέπτεται την Κέρκυρα θα συναντήσει αδιαφορία και αγένεια. Γκαρσόνια με βρώμικα χέρια, με σαγιονάρες και βρώμικα πόδια, με ρούχα που βρωμάνε τσίκνα, ιδρώτα και κουζινίλα. Θα συναντήσει πονηριά και ακρίβεια σε εστιατόρια που προσφέρουν βιομηχανοποιημένες πίτσες και φαγητά προμηθευμένα από κέτερινγκ. Θα συναντήσει καταβρώμικες τουαλέτες που, μπαίνοντας μέσα, σου πιάνεται η αναπνοή…
Να σταματήσουμε εδώ. Γιατί δεν έχουμε διάθεση ούτε να μελαγχολήσουμε, ούτε να αυτομαστιγωθούμε. Εντέλει, σκοπός αυτής της συζήτησης δεν είναι η μομφή αλλά η αυτοκριτική και η επισήμανση μιας αδυναμίας.
Κι η αδυναμία εντοπίζεται στον τρόπο που δομήθηκε ο τουρισμός στην Κέρκυρα. Διότι, χωρίς καμία γνώση και εκπαίδευση, ξαφνικά, χιλιάδες κόσμου εντάχτηκαν επαγγελματικά στις υπηρεσίες του τουρισμού. Έτσι, με το τίποτα, αγροτόπαιδα έγιναν από εστιάτορες μέχρι και σεφ, νοικοκυρές έγιναν σερβιτόρες ή αρχικαμαριέρες και σε κάθε περίπτωση, αφού κάθε άλλη οικονομική πλευρά εγκαταλειπόταν, όλοι έσπευσαν να κατοχυρώσουν μια θέση στο οικονομικό τουριστικό στερέωμα που ανέτειλε.
Εδώ που φτάσαμε, ένα πράγμα μονάχα μπορεί να λεχθεί: ότι η τουριστική βιομηχανία στην Κέρκυρα λειτουργεί σε απόλυτη σύγχυση.
Κι όμως, δεν είδαμε ούτε μια πρωτοβουλία από κάποιον φορέα, να προσπαθήσει να βελτιώσει την κατάσταση. Δεν είδαμε ούτε έναν δήμο να πάρει μια πρωτοβουλία να εκπαιδεύσει τον κόσμο στα διάφορα επαγγέλματα του τουρισμού, τουλάχιστον στα στοιχειώδη: στο τι σημαίνει τουρισμός και ποια τιμή και σεβασμό πρέπει να αποδίδουμε στον τουρίστα που επισκέπτεται το νησί μας, στην αξία που έχει η ειλικρίνεια, η εντιμότητα η καθαριότητα. Αυτά δηλαδή, που για αιώνες είχαμε και τα χάσαμε μέσα στον ανεμοστρόβιλο που μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε την οικονομική και κοινωνική φυσιογνωμία του νησιού.
Προς την επιμόρφωση πρέπει να στραφούμε. Πράγμα καθόλου δύσκολο. Αποφασιστικότητα χρειάζεται και συντονισμός. Κυρίως από τους δήμους καθώς τέτοιες πρωτοβουλίες λειτουργούν αναπτυξιακά και πολιτισμικά για τον τόπο τους. Δεν είναι λύσεις ακριβές. Ας προσθέσουμε δε πως τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να ενταχτούν στα Ευρωπαϊκά προγράμματα, που τις καλύπτουν οικονομικά.
Είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον, η επιμόρφωση στα διάφορα τουριστικά επαγγέλματα πρέπει να γίνει ένας θεσμός που σε κάθε δήμο θα λειτουργεί κάθε χειμώνα. Για να ξεκαθαρίσει η θολή αντίληψη περί τουρισμού με την απόκτηση γνώσης και επαγγελματικής συνείδησης.
Για να ξαναβρούμε, εντέλει, το πρόσωπο του Κερκυραίου που για αρκετά χρόνια το έχουμε χάσει.