ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Ο εθελοντισμός στη χώρα μας σήμερα εστιάζεται κυρίως στο χώρο της υγείας και στο περιβάλλον. Η αιμοδοσία, η δωρεάν οργάνων σώματος, η βοήθεια προς αναξιοπαθούντες, η δενδροφύτευση, η προστασία του περιβάλλοντος είναι στην πρώτη γραμμή του εθελοντισμού ενώ, τελευταία, έχει αναπτυχτεί και η κοινωνική ευαισθησία προς ομάδες κοινωνικά αποκλεισμένες με δραστηριότητες μορφωτικού και πολιτιστικού περιεχομένου.

Γενικά, ο εθελοντισμός βασιζόμενος στην ανιδιοτελή προσφορά για κοινή ευημερία, μπορεί να εκφραστεί με κάθε τρόπο.  Με άυλη  ή και υλική μορφή, προς άτομα ή ομάδες, προς ιδρύματα ή και προς την ευρύτερη κοινωνία που μπορεί να φτάνει και στα όρια του έθνους, όπως πολλές φορές έχει συμβεί στο παρελθόν με τους εθνικούς ευεργέτες.

Όμως, στο συγκεκριμένο σχόλιο θα ήθελα ν’ αναφερθώ σε μια ιδιότυπη μορφή εθελοντισμού που για χρόνια λειτούργησε στην πατρίδα μας και θα μπορούσε να αποκαλεστεί «εθελοντισμός της κοινότητας». Είναι η μορφή εθελοντισμού στην οποία συμμετείχαν ολόκληρες τοπικές κοινωνίες και με τον τρόπο αυτόν φτιάχτηκαν σημαντικά έργα και υποδομές προκειμένου να καλυφτούν καθημερινές ανάγκες τους. Έτσι φτιάχτηκαν τα περισσότερα πέτρινα γεφύρια, καλντερίμια, δρόμοι, υδρευτικά μέσα, εκκλησίες, κτίρια. Έτσι φτιάχτηκε η Ελλάδα, τότε που δεν υπήρχε καμία προσδοκία από εθνικές ή άλλες πηγές, οπότε οι κάτοικοι μιας μικρής κοινότητας, για παράδειγμα, προκειμένου να περνάνε στην απέναντι πλευρά του ποταμιού, έπρεπε να κατασκευάσουν οι ίδιοι ένα πέτρινο γεφύρι.

Αυτά συνέβαιναν τον καιρό της φτώχειας, μέχρι και τις  δεκαετίες του 1950 και του 60, όπου η συμμετοχή του κοινού στα τοπικά  έργα υποδομών  θεωρούταν αυτονόητη υποχρέωση. Αν έπρεπε να κατασκευαστεί ένας δρόμος, όλοι, εξ ίσου, θα συμμετείχαν. Οι τοπικές αρχές, π.χ. το συμβούλιο της κοινότητας, συντόνιζαν την εκπόνηση του έργου και οι κάτοικοι της περιοχής, που θα ήταν και οι μελλοντικοί χρήστες δήλωναν ποιες μέρες θα συμμετείχαν. Και συμμετείχαν όλοι, χωρίς δυσφορία και χωρίς δισταγμό σε μια κοινή υπόθεση που λίγο ως πολύ θεωρούταν υψηλή και πρώτης προτεραιότητας, χαρακτηρίζοντας τη συμμετοχή τους με τον όρο  «προσωπική εργασία». Έτσι ονόμαζαν τη συμμετοχή τους στο έργο και αν τους ζητούσες ιδιωτική απασχόληση τις ημέρες της δημόσιας υποχρέωσής τους, με υπερηφάνεια σου δήλωναν πως δεν θα μπορούσαν γιατί είχαν «προσωπική εργασία».

Εκείνοι οι καιροί, όμως, παρήλθαν. Μπαίνοντας στη δεκαετία του εβδομήντα άρχισε να αναπτύσσεται το «μεγάλο κράτος» από το οποίο οι πολίτες προοδευτικά όλο και περισσότερα απαιτούσαν. Παράλληλα δε, όλο και λιγότερο αισθάνονταν ότι οφείλουν, σε μια διαδικασία, που υπήρχε ένας ανταγωνισμός των πολιτών στο ποιος θα δώσει τα λιγότερα και ποιος θα πάρει τα περισσότερα.

Έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Με την κοινωνική κουλτούρα της απαίτησης και της μηδενικής υποχρέωσης. Και τώρα τι κάνουμε;

Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε εκτός από το τα τσιμπηθούμε και να ξυπνήσουμε. Να δούμε την πραγματικότητα και να πειστούμε πως οι προσδοκίες από το κράτος είναι πενιχρές έως ανύπαρκτες. Ν’ αλλάξουμε νοοτροπία και να αντιληφτούμε πως οι  προσδοκίες βρίσκονται μονάχα ανάμεσά μας και σύμφωνα με τις δυνάμεις μας να συμμετάσχουμε σε κοινά έργα με νέες «προσωπικές εργασίες».

Έτσι, για παράδειγμα, ο πολιτιστικός σύλλογος της γειτονιάς μας με «προσωπική εργασία» μπορεί να κάνει μια δενδροφύτευση, να φτιάξει μια παιδική χαρά, να εξωραΐσει και να καθαρίσει την περιοχή στην οποία τα μέλη του διαβιώνουν, με την σύμφωνη γνώμη και το συντονισμό του δήμου, βέβαια.

Όσο πιο γρήγορα αναλάβουμε τέτοιες πρωτοβουλίες, τόσο πιο έγκαιρα θα σταματήσει ο μαρασμός της ψυχής μας και ο κατήφορος της μοιρολατρίας, της εγκατάλειψης και της κατάθλιψης

Και θα φτιάξουμε και πάλι ωραία έργα, που θα τα χαιρόμαστε, θα τα σεβόμαστε και θα τα προσέχουμε γιατί θα είναι τα δικά μας έργα.