Ο ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

Το γνωστό ζήτημα. Η οικονομική κρίση. Τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα. Κάθε μέρα περιμένουμε να φτάσουμε στον πάτο, αλλά το μαρτύριο δεν τελειώνει. Οικογενειάρχες απολύονται, συνταξιούχοι δεν τα βγάζουν πέρα και υποφέρουν, νέοι δε βρίσκουν δουλειά και υποχρεώνονται να φύγουν στο εξωτερικό. Κι αυτό το τελευταίο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, γιατί  εκεί που λες πως, καλά κάνουν οι νέοι και φεύγουν, την ίδια στιγμή γεννιέται ένα μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα, μία μεγάλη εθνική κρίση.

48811 νέοι το 2010 συμπλήρωσαν βιογραφικά στη Ευρωπαϊκή διαδικτυακή πύλη Europass  αναζητώντας  μια θέση στο εξωτερικό, κι απ’ ότι φαίνεται, το ρεύμα αυτό συνεχίζεται. Ασφαλώς, δεν είναι η πρώτη φορά που οι Έλληνες μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα η φυγή προς την Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά ήταν μια μεγάλη διέξοδος για τους άνεργους νέους. Κι αυτή η φυγή διατηρήθηκε επί αρκετές δεκαετίες φτάνοντας στο απόγειό της με τη μετανάστευση προς τη Γερμανία τις δεκαετίες του 1960 και 1970.

Σήμερα, όμως, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι διαφορετικά κι ο κίνδυνος του αφελληνισμού δεν είναι πιθανολογούμενος αλλά ορατός. Όταν στο παρελθόν αντιστοιχούσαν 6 και περισσότερες γεννήσεις σε κάθε γυναίκα, σήμερα που η υπογεννητικότητα μαστίζει τη χώρα ο αριθμός αυτός έφτασε στο 1,2. Αν υπολογίσουμε πως για να διατηρηθεί ένας πληθυσμός σταθερός πρέπει να αντιστοιχούν 2,1 γεννήσεις σε κάθε γυναίκα, ήδη, αντιλαμβάνεται κανείς πως σε σαράντα χρόνια θα έχει μείνει ο μισός Ελληνικός πληθυσμός

Σαν να μην έφτανε αυτό, σήμερα, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχουμε επί πλέον μείωση του πληθυσμού, γιατί πολλοί από τους νέους που φεύγουν, πιθανόν να μην επιστρέψουν στην Ελλάδα. Κι έτσι δε θα χαθεί ένα τυχαίο μέρος του πληθυσμού αλλά το ποιοτικότερο. Γιατί, οι νέοι που φεύγουν αποτελούν την αφρόκρεμα της Ελληνικής κοινωνίας, αφού είναι οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων μας που είναι έτοιμοι να προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες στη χώρα και να κάνουν οικογένεια.

Κι αφού ο Ελληνικός πληθυσμός θα συρρικνώνεται, αυτόματα, με το φαινόμενο της ώσμωσης, θα αυξηθούν προς την Ελλάδα τα προσφυγικά κύματα από τις εξαθλιωμένες χώρες και το κενό που αφήνουν οι Ελληνικής παιδείας κάτοικοι, θα καλυφθεί από αμόρφωτους, πεινασμένους και αλλόθρησκους με αποτέλεσμα να μεγεθυνθούν στο μέλλον τα ήδη γνωστά ζητήματα της εγκληματικότητας, της οικονομίας και της ανεργίας προετοιμάζοντας άλλα προβλήματα φυλετικά και θρησκευτικά.

Με λίγα λόγια, αν η οικονομική κρίση που περνάει σήμερα η Ελλάδα, είναι ένας εφιάλτης, το δημογραφικό πρόβλημα είναι για τη χώρα κρυφή αρρώστια. Κι αυτό γιατί αργά ή γρήγορα ο οικονομικός εφιάλτης θα περάσει και, παρ’ ότι με πόνο, η οικονομία θα ισορροπήσει. Το δημογραφικό πρόβλημα, όμως, δουλεύει αθόρυβα και αργά υποσκάπτοντας την εθνική μας υπόσταση.

Το δημογραφικό ζήτημα πώς θα εξελιχθεί; Η αλλοίωση του πληθυσμού που ήδη έχει ξεκινήσει και θα συνεχίζεται τα επόμενα χρόνια, τι επιπτώσεις θα έχει στο μέλλον των παιδιών μας και στο μέλλον της Ελλάδας; Δύσκολο να απαντήσει κανείς σ’ ένα τόσο καίριο ερώτημα, σε καιρούς που η παγκοσμιοποίηση, οι κλιματική αλλαγή κι οι αναταραχές της Αφρικής και της Ασίας εξωθούν στίφη πεινασμένων προς την Ευρώπη, περνώντας, όμως, πρώτα από την Ελλάδα.

Το κακό είναι πως η αλλοίωση του πληθυσμού, δεν είναι αναστρέψιμη. Κάθε άλλο, μάλιστα. Όσο θα μειώνεται ο Ελληνικής παιδείας πληθυσμός, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται το πρόβλημα. Κι εδώ μπαίνει το ερώτημα: Επιτρέπεται να μείνουμε αδρανείς; Ν’ αφήσουμε τις εξελίξεις στην τύχη τους;

Παραλάβαμε μια χώρα που αναγεννήθηκε  μέσα από τις στάχτες. Κι αναγεννήθηκε γιατί η ιστορία την όρισε θεματοφύλακα ενός από τους σημαντικότερους πολιτισμούς αυτού του πλανήτη. Και ξαφνικά, τυχαίνει σε μας, τυχαίνει στη γενιά μας να την εγκαταλείψουμε; Όχι, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας τέτοια ντροπή.

Ναι, είναι ντροπή να βλέπουμε τους νέους να φεύγουν και να μην κάνουμε κάτι. Είναι ντροπή η υπογεννητικότητα να συρρικνώνει τον Ελλαδικό πληθυσμό κι εμείς να μένουμε απαθείς.

Κι έρχεται το ερώτημα: Τι να κάνουμε;

Η απάντηση είναι πως θα μπορούσαν να παρατεθούν μια σειρά προτάσεων για τη λύση του δημογραφικού προβλήματος. Όμως, ακόμη κι οι ποιο εύστοχες προτάσεις θα πέσουν στο κενό αν το δημογραφικό πρόβλημα δεν κατανοηθεί και δεν αναδειχθεί ως μείζον και εθνικό. Και τούτη τη στιγμή, αυτή μονάχα πρέπει να είναι η μοναδική μας προσπάθεια. Να συνειδητοποιηθεί η σοβαρότητα του ζητήματος. Να κατανοηθεί από τον καθένα μας χωριστά και συγχρόνως από τη συντεταγμένη πολιτεία πως το δημογραφικό δεν είναι ένα συνηθισμένο πρόβλημα αλλά η κερκόπορτα που θα επιτρέψει την άλωση της Ελλάδας.

Εφ’ όσον κατανοηθεί το πρόβλημα, τότε, προτάσεις θα βρεθούν πολλές και καλές.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Ο εθελοντισμός στη χώρα μας σήμερα εστιάζεται κυρίως στο χώρο της υγείας και στο περιβάλλον. Η αιμοδοσία, η δωρεάν οργάνων σώματος, η βοήθεια προς αναξιοπαθούντες, η δενδροφύτευση, η προστασία του περιβάλλοντος είναι στην πρώτη γραμμή του εθελοντισμού ενώ, τελευταία, έχει αναπτυχτεί και η κοινωνική ευαισθησία προς ομάδες κοινωνικά αποκλεισμένες με δραστηριότητες μορφωτικού και πολιτιστικού περιεχομένου.

Γενικά, ο εθελοντισμός βασιζόμενος στην ανιδιοτελή προσφορά για κοινή ευημερία, μπορεί να εκφραστεί με κάθε τρόπο.  Με άυλη  ή και υλική μορφή, προς άτομα ή ομάδες, προς ιδρύματα ή και προς την ευρύτερη κοινωνία που μπορεί να φτάνει και στα όρια του έθνους, όπως πολλές φορές έχει συμβεί στο παρελθόν με τους εθνικούς ευεργέτες.

Όμως, στο συγκεκριμένο σχόλιο θα ήθελα ν’ αναφερθώ σε μια ιδιότυπη μορφή εθελοντισμού που για χρόνια λειτούργησε στην πατρίδα μας και θα μπορούσε να αποκαλεστεί «εθελοντισμός της κοινότητας». Είναι η μορφή εθελοντισμού στην οποία συμμετείχαν ολόκληρες τοπικές κοινωνίες και με τον τρόπο αυτόν φτιάχτηκαν σημαντικά έργα και υποδομές προκειμένου να καλυφτούν καθημερινές ανάγκες τους. Έτσι φτιάχτηκαν τα περισσότερα πέτρινα γεφύρια, καλντερίμια, δρόμοι, υδρευτικά μέσα, εκκλησίες, κτίρια. Έτσι φτιάχτηκε η Ελλάδα, τότε που δεν υπήρχε καμία προσδοκία από εθνικές ή άλλες πηγές, οπότε οι κάτοικοι μιας μικρής κοινότητας, για παράδειγμα, προκειμένου να περνάνε στην απέναντι πλευρά του ποταμιού, έπρεπε να κατασκευάσουν οι ίδιοι ένα πέτρινο γεφύρι.

Αυτά συνέβαιναν τον καιρό της φτώχειας, μέχρι και τις  δεκαετίες του 1950 και του 60, όπου η συμμετοχή του κοινού στα τοπικά  έργα υποδομών  θεωρούταν αυτονόητη υποχρέωση. Αν έπρεπε να κατασκευαστεί ένας δρόμος, όλοι, εξ ίσου, θα συμμετείχαν. Οι τοπικές αρχές, π.χ. το συμβούλιο της κοινότητας, συντόνιζαν την εκπόνηση του έργου και οι κάτοικοι της περιοχής, που θα ήταν και οι μελλοντικοί χρήστες δήλωναν ποιες μέρες θα συμμετείχαν. Και συμμετείχαν όλοι, χωρίς δυσφορία και χωρίς δισταγμό σε μια κοινή υπόθεση που λίγο ως πολύ θεωρούταν υψηλή και πρώτης προτεραιότητας, χαρακτηρίζοντας τη συμμετοχή τους με τον όρο  «προσωπική εργασία». Έτσι ονόμαζαν τη συμμετοχή τους στο έργο και αν τους ζητούσες ιδιωτική απασχόληση τις ημέρες της δημόσιας υποχρέωσής τους, με υπερηφάνεια σου δήλωναν πως δεν θα μπορούσαν γιατί είχαν «προσωπική εργασία».

Εκείνοι οι καιροί, όμως, παρήλθαν. Μπαίνοντας στη δεκαετία του εβδομήντα άρχισε να αναπτύσσεται το «μεγάλο κράτος» από το οποίο οι πολίτες προοδευτικά όλο και περισσότερα απαιτούσαν. Παράλληλα δε, όλο και λιγότερο αισθάνονταν ότι οφείλουν, σε μια διαδικασία, που υπήρχε ένας ανταγωνισμός των πολιτών στο ποιος θα δώσει τα λιγότερα και ποιος θα πάρει τα περισσότερα.

Έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Με την κοινωνική κουλτούρα της απαίτησης και της μηδενικής υποχρέωσης. Και τώρα τι κάνουμε;

Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε εκτός από το τα τσιμπηθούμε και να ξυπνήσουμε. Να δούμε την πραγματικότητα και να πειστούμε πως οι προσδοκίες από το κράτος είναι πενιχρές έως ανύπαρκτες. Ν’ αλλάξουμε νοοτροπία και να αντιληφτούμε πως οι  προσδοκίες βρίσκονται μονάχα ανάμεσά μας και σύμφωνα με τις δυνάμεις μας να συμμετάσχουμε σε κοινά έργα με νέες «προσωπικές εργασίες».

Έτσι, για παράδειγμα, ο πολιτιστικός σύλλογος της γειτονιάς μας με «προσωπική εργασία» μπορεί να κάνει μια δενδροφύτευση, να φτιάξει μια παιδική χαρά, να εξωραΐσει και να καθαρίσει την περιοχή στην οποία τα μέλη του διαβιώνουν, με την σύμφωνη γνώμη και το συντονισμό του δήμου, βέβαια.

Όσο πιο γρήγορα αναλάβουμε τέτοιες πρωτοβουλίες, τόσο πιο έγκαιρα θα σταματήσει ο μαρασμός της ψυχής μας και ο κατήφορος της μοιρολατρίας, της εγκατάλειψης και της κατάθλιψης

Και θα φτιάξουμε και πάλι ωραία έργα, που θα τα χαιρόμαστε, θα τα σεβόμαστε και θα τα προσέχουμε γιατί θα είναι τα δικά μας έργα.

Το ξόρκι της οικονομικής κρίσης

Φοβάστε πως θα χαθούμε; Προσωπικά δεν το πιστεύω, όσο και αν ωρύονται οι Κασσάνδρες. Γιατί αυτό κάνουν. Με τα δελτία ειδήσεων, τις εκπομπές λόγου και τα στρογγυλά τραπέζια να αναλύουν κατ’ αποκλειστικότητα την οικονομική κρίση ποιος μπορεί να μην επηρεαστεί; Η μετοχή του ΟΤΕ έπιασε πάτο η μετοχή της Εθνικής έχασε πάλι 5% και οι ΔΕΚΟ συνεχίζουν να δημιουργούν ελλείμματα εν μέσω μνημονίου. Η καταστροφή έχει πλησιάσει.

Όμως, αυτά δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τις τραγικές καταστάσεις που έχει περάσει ο Ελληνισμός. Λοιμούς, Θερμοπύλες,  Ρωμαϊκές λεγεώνες, την Αθήνα, αυτήν την λαμπρή πόλη της αρχαιότητας να μετατρέπεται σ’ ένα ασήμαντο χωριό. Μέχρι που φτάσαμε στην ισοπέδωση του Ελληνισμού με την πτώση της βασιλεύουσας πόλης και το σκοτάδι που ακολούθησε. Γιατί εκείνο ήταν σκοτάδι, εκείνη ήταν κρίση. Για ποια χρέη μιλάμε τώρα, ποια ομόλογα και ποια σπρεντ; Αφανισμένοι ήμασταν. Σβησμένοι από το χάρτη. Αλλά αντέξαμε γιατί μας κράτησε αυτό που κανένας δεν είχε λογαριάσει. Οι λέξεις οι Ελληνικές που απ’ ότι φαίνεται  αντέχουν σε κατοχές, σε σφαγές και σε κάθε είδους κρίσεις.

Λέξεις, τι λέξεις; Θα μου πείτε. Και βέβαια ακούγεται ακατανόητο αυτό το περί λέξεων γιατί  μπήκε στο περιθώριο το χρηματιστήριο του πνεύματος. Υποτιμήθηκαν οι αξίες. Τι να το κάνεις σήμερα ένα ποίημα; Και ποια αξία έχει μια ιστορία, ένας μύθος; Παρ’ όλα αυτά, παρά την αποσιώπηση, υπάρχουν αξίες σταθερές στο χρηματιστήριο της γλώσσας. Όχι μονάχα από τον αρχαίο μας θησαυρό, Αριστοτέλη, Πλάτωνα, Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη κι όλους τους άλλους αμέτρητους λογίους και σοφούς αλλά κι από τη σύγχρονο.

Limit up έκανε η μετοχή του Παπαδιαμάντη το 2011 που κηρύχτηκε έτος Παπαδιαμάντη κι η μετοχή του Καβάφη καλά κρατεί στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, αφού υπάρχει σ’ όλα τα μεγάλα χαρτοφυλάκια του πνεύματος. Κι η μετοχή του Καζαντζάκη όχι μονάχα με το «Ζορμπά» και τον «καπετάν Μιχάλη» του αλλά και με τις άλλες τις μεγάλες του καταθέσεις την «Ασκητική» και την «Αναφορά στο Γκρέκο» μας ταξιδεύει παντού.

Γιατί λοιπόν, να λέμε πως φτωχύναμε ξαφνικά; Εμείς που έχουμε το κοίτασμα της γλώσσας  απ’ το οποίο άντλησε γλώσσα και πολιτισμό όλη η δύση; Στο κάτω κάτω όλοι μας, μέχρι και ο πιο φτωχός όλο και κάτι λέξεις Ελληνικές έχει στο σεντούκι του. Ένα νανούρισμα, ένα  παραμύθι, κάτι απ’ τη λαϊκή μας παράδοση. Αν γινόταν να έβγαιναν ξαφνικά όλα αυτά στην επιφάνεια, θα φαινόταν πως είμαστε ο πιο πλούσιος λαός του κόσμου. Γιατί αυτός είναι ο θησαυρός που πάντα μας σώζει. Η γλώσσα μας.

Γι αυτό κάθε φορά που ακούτε για την κρίση και την επερχόμενη καταστροφή της χώρας χρησιμοποιείτε το ξόρκι του Ελύτη που μας συμβουλεύει: «όπου και να σας βρίσκει το κακό αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

ΚΕΡΚΥΡΑ ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ

 

   Η έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας της Κέρκυρας έχει μεταφερθεί, λέει, στην Πάτρα γιατί δεν διαθέτει δικό της γήπεδο. Κι επειδή αυτό δεν έχει συμβεί πουθενά αλλού, το φέρνω ως παράδειγμα για να αναφέρω πως αυτό είναι δείγμα ενός γενικότερου φαινόμενου που συμβαίνει κατά κόρον στην Κέρκυρα και οφείλεται στην αδιαφορία μας.

Τι φαινόμενο είναι κι αυτό πια; Να υπάρχει τόσο απάθεια και αδιαφορία! Μας αδικούν και μένουμε απαθείς. Μας κακομεταχειρίζονται και κλαίμε τη μοίρα μας. Κι αν εντέλει το Κέντρο των Αθηνών μας δώσει κάτι, αρχίζουμε και το περιεργαζόμαστε με καχυποψία και προκατάληψη λες και είναι χειροβομβίδα που θα εκραγεί στις χούφτες μας και θα μας τινάξει στον αέρα. Γι’ αυτό και τα δημόσια έργα που προγραμματίζονται στην Κέρκυρα ακυρώνονται ή αργοσέρνονται μέχρι που στοιχειώνουν.

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσε ο παραγκωνισμός της Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Κέρκυρας  που θεωρώ πως είναι ένα ζήτημα σκανδαλώδες. Λοιπόν, ναι, η αδικία που γίνεται σε βάρος της Κέρκυρας εδώ φαίνεται σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια της: Η Κεντρική Βιβλιοθήκη της Κέρκυρας, λοιπόν, με τις 13 οργανικές θέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό της έχει καλυμμένη τη μία, που είναι η θέση της καθαρίστριας. Και προκειμένου να μην κλείσει η βιβλιοθήκη έχει γίνει σύμβαση αορίστου χρόνου σε μία βιβλιοθηκονόμο και πρόσφατα αποσπάστηκαν εκεί δύο καθηγητές από τη μέση εκπαίδευση.

Βέβαια, η κατάσταση της χώρας είναι άσχημη κι αυτό πρέπει να το σεβαστούμε. Όμως, με ποια λογική στη Βιβλιοθήκη της Βέροιας υπηρετούν 26 άτομα, στη βιβλιοθήκη των Σερρών 6 άτομα και στη Κεντρική βιβλιοθήκη της Ζαγοράς του Πηλίου 9 άτομα;

Ή να το θέσουμε διαφορετικά: Αν υπάρχει περιορισμός στις προσλήψεις, γιατί από τη Γενική Διεύθυνση των Βιβλιοθηκών του Υπουργείου Παιδείας δεν γίνεται ανακατανομή του προσωπικού με μεταθέσεις, έτσι ώστε να υπάρχει ίση μεταχείριση;

Όχι, δεν τα έχω ούτε με τη Βέροια, ούτε με τη Ζαγορά, ούτε με την Ελευθερούπολη και τα Σιάτιστα. Μάλιστα, θεωρώ την πόλη της Βέροιας ευτυχή, για την παγκόσμια διάκριση που της έγινε πρόσφατα από το ίδρυμα Bill & Melinda Gates. Ναι, η Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας τιμήθηκε με το βραβείο του ιδρύματος αυτού που μεταφράζεται σε οικονομική ενίσχυση της τάξης του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Όμως, αυτή η διάκριση της έγινε γιατί είχε το προσωπικό και πιθανότατα καλή διοίκηση που αξιοποίησε τους πόρους που διέθετε. Αλλά, ας κοιτάξει και κάποιος προς τη μεριά της Κέρκυρας! Ας δει πως μία από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες βιβλιοθήκες της Ελλάδος έχει εγκαταλειφτεί.

Τώρα, βέβαια, μπορεί ν’ αναρωτηθεί κανείς: Εδώ ο κόσμος χάνεται, για τη βιβλιοθήκη θα νοιαστούμε;

Ναι, για τη βιβλιοθήκη, γιατί τα γράμματα είναι το τελευταίο οχυρό της ελευθερίας και της ορθοφροσύνης. Κι όποιος τόπος χάσει αυτό το οχυρό μένει έρμαιο των αδίστακτων καιρών που καιροφυλακτούν να λεηλατήσουν τις αξίες.

 

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εδώ που έφτασε η Ελληνική κοινωνία είναι αποτέλεσμα πενήντα ολόκληρων χρόνων, δηλαδή από τη λήξη του εμφυλίου και μετά. Και λέω κοινωνίας γιατί το πρόβλημα δε βρίσκεται μονάχα στην οικονομία, στην οποία εμείς κι όλος ο κόσμος το τελευταίο εξάμηνο έχει εστιάσει την προσοχή του. Η αποσάθρωση υπάρχει σ’ όλους τους τομείς, στην παιδεία, στις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ μας, στον αυτοσεβασμό και στην αυτοκαταστροφή.

Πώς έγινε και φτάσαμε μέχρις εδώ; Πώς έγινε κι οι περιβόητες γενιές του 114 και η γενιά του Πολυτεχνείου που προέταξαν τα στήθη στον κίνδυνο με σημαία το ιδεώδες σήμερα παραδίδουν στα παιδιά τους μια τέτοια κοινωνία;

Η απάντηση δεν είναι απλή και ασφαλώς χρειάζεται μια εκτενέστερη κοινωνιολογική ανάλυση. Όμως, επειδή ανήκω στη γενιά Πολυτεχνείου και άρα στους υπεύθυνους, θα καταθέσω τη μαρτυρία μου. Τι είδα και τι εβίωσα όλα αυτά τα  χρόνια, που έφεραν την Ελληνική κοινωνία στην κατάρρευση. Και δεν είναι πολλά αυτά που έχω να πω, αλλά μονάχα ένα: πως όλα τα μεταπολιτευτικά χρόνια οι εξελίξεις στην Ελλάδα εκπορεύτηκαν από την ψυχολογία της στέρησης για «ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Η στέρηση μας οδήγησε. Η παρόρμηση, το συναίσθημα και τα συνθήματα. Η πολιτική πραγματώθηκε στις όσο το δυνατόν μεγαλύτερες συγκεντρώσεις, η οικονομία στη ρεμούλα κι η παιδεία στις καταλήψεις. Με δυο λόγια, το πολίτευμα που είχαμε δεν ήταν αυτό που νομίζαμε, δηλαδή Δημοκρατικό αλλά Οχλοκρατικό. Ο όχλος μας κυβέρνησε. Η λογική του δικαιούμαι και αρπάζω. Ο διαγκωνισμός και η άτακτη πορεία. Η ανομία και η αυτοδικία.

Όχι, το πρόβλημα μας δεν είναι μονάχα οικονομικό. Είναι πρώτο απ’ όλα κοινωνικό. Είναι πρόβλημα ιδεολογικό, παιδευτικό και ηθικό. Που σημαίνει πως τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα απ’ όσο τα νομίζουμε. Γιατί δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξεις μυαλά, νοοτροπία, στάση ζωής και φιλοσοφία από τη μια μέρα στην άλλη και από τη μια γενιά στην άλλη. Δεν είναι εύκολο να ξαναμάθεις – σωστά αυτή τη φορά- τι σημαίνει Δημοκρατία. Δηλαδή, πως δεν πρόκειται για το πολίτευμα που, όπως πρόχειρα νομίζουμε, στηρίζεται απλά και μόνον στην αρχή της πλειοψηφίας, αλλά πως η Δημοκρατία εμπεριέχει τον αλληλοσεβασμό και την έννοια του ζωτικού χώρου του άλλου. Κι απ’ αυτές τις αρχές πηγάζουν γραφτοί κανόνες και άγραφτοι, που οι πολίτες είναι οφείλουν να τηρήσουν, προκειμένου να ακολουθήσει η υγιής πορεία μιας κοινωνίας.

 

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Η φύση χάρισε στην Κέρκυρα ένα μοναδικό φυσικό περιβάλλον. Οι γενιές που προηγήθηκαν, εξ άλλου, με το μόχθο τους και την αισθητική τους δημιούργησαν και μας παρέδωσαν έναν όμορφο τόπο, έτσι ώστε η Κέρκυρα να χαρακτηρίζεται ως το νησί του πολιτισμού.  Χαρακτηρισμός που δεν είναι δικός μας αλλά των υπόλοιπων Ελλήνων αφού, κάθε φορά που συστηνόμαστε ως Κερκυραίοι, σχεδόν πάντοτε, ακούμε επαίνους για την Κέρκυρα την οποία ταυτίζουν με τη μουσική και τον πολιτισμό. Πόσο ρόλο έχει παίξει η φήμη και πόσο υπερβολικός είναι ο χαρακτηρισμός δεν έχει τόση αξία να το σχολιάσουμε. Εκείνο, όμως, που έχει μεγάλη σημασία είναι να αναφέρουμε πως, ό,τι αξίζει στην Κέρκυρα είναι πράγματι η φύση της και ο πολιτισμός της. Ο ελαιώνας της, οι φυσικές ομορφιές των παραλιών της, οι παραδοσιακοί οικισμοί που είναι σπαρμένοι απ’ άκρη σ’ άκρη του νησιού, η παλιά πόλη της Κέρκυρας με τα κάστρα της και τα πολυώροφα παλιά σπίτια, η μουσική μας παράδοση με τις φιλαρμονικές, τα ωδεία, τις χορωδίες, η λογοτεχνική μας παράδοση με το Σολωμό, τον Κάλβο, το Μαβίλη, το Θεοτόκη. Αυτά είναι που μας έχουν απομείνει κι  έχουμε χρέος απέναντι στην ιστορία της Κέρκυρας αλλά και τα παιδιά μας να τα διατηρήσουμε. Πράγμα δύσκολο, βέβαια, γιατί στις δύσκολες μέρες που περνάει η ανθρωπότητα, το φυσικό περιβάλλον και ο πολιτισμός περνάνε τη μεγαλύτερη κρίση. Όμως, αν δεν βάλουμε τα δυνατά μας και αν δε φροντίσουμε το φυσικό περιβάλλον και τον πολιτισμό μας θα τα χάσουμε όλα, γιατί αυτά είναι όλη η περιουσία της Κέρκυρας.

 Για να το καταφέρουμε αυτό, τα προφανή μέσα είναι οι πόροι, οι νόμοι, τα έργα που αναμφισβήτητα πρέπει να υπάρξουν. Όμως, αυτά δεν είναι αρκετά γιατί συγχρόνως πρέπει ν’ αναπτύξουμε ένα αξιακό σύστημα που να εμφυτεύσει στη συνείδηση του κάθε Κερκυραίου την εκτίμηση και το σεβασμό απέναντι στο περιβάλλον και τον πολιτισμό μας. Πράγμα καθόλου εύκολο, γιατί είναι ζήτημα παιδείας και αγωγής που πρέπει ν’ αναπτυχτεί σ’ όλα τα επίπεδα της τοπικής κοινωνίας και σε βάθος χρόνου.

Αφορμή γι αυτές τις σκέψεις μου έδωσε η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη με τίτλο «Το άλμπουμ των αποκομμάτων». Πρόκειται για μια συλλογή με ποιήματα αντάξια της Επτανησιακής Σχολής που ο Ορέστης Αλεξάκης, με τη σεμνότητα και τη σοβαρότητα που τον διακρίνει, μας την παρέδωσε αθόρυβα. Διαβάζοντας «Το άλμπουμ των αποκομμάτων» διαπιστώνει κανείς ένα ποιητικό μεγαλείο που μπορεί να αναγνωριστεί ως Κερκυραϊκό. Απ’ αυτό τον τόπο πηγάζει η ποίηση του Αλεξάκη κι αν δεν την προβάλλουμε και δεν την αναγνωρίσουμε ποια προσδοκία μπορούμε να έχουμε για τα πρότυτα και τις αξίες που θα έχουν οι νεότερες γενιές;

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η ανάπτυξη ενός συστήματος αξιών είναι πράγματι αρκετά σύνθετη υπόθεση. Όμως, ο καθένας στον τομέα του και στο χώρο του μπορεί να κάνει το καλύτερο. Ένας σημαντικός ρόλος, για παράδειγμα, ανήκει στο Δήμο Κερκυραίων που επιβάλλεται να αποδείξει το ενδιαφέρον του για τις πνευματικές και καλλιτεχνικές αξίες, τιμώντας κατά τακτά διαστήματα Κερκυραίους πολίτες που ξεχωρίζουν στα γράμματα και τον πολιτισμό. Η βράβευση Κερκυραίων πολιτών με το βραβείο Κερκυραϊκής αξιοσύνης είναι ένας θεσμός που θα μπορούσε να προβάλλει την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, τη μουσική τα γράμματα και το περιβάλλον. Κι όχι μονάχα ο Δήμος Κερκυραίων αλλά κι οι υπόλοιποι φορείς της αυτοδιοίκησης θα ήταν χρήσιμο να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, ενθαρρύνοντας πρωτοβουλίες προσώπων ή συλλόγων που νοιάζονται για το περιβάλλον και τον πολιτισμό.

Ιδιαίτερη βαρύτητα για τους νέους έχει η εκπαίδευση, που είναι απ’ όλους παραδεδεγμένο πως υστερεί. Κι όμως, υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δίνουν τη ζωή τους ολόκληρη για την εκπαίδευση και τους νέους. Με την αφοσίωσή τους μέσα στην τάξη, με περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες, με εργασίες που γνωρίζουν στους νέους την παράδοση του τόπου μας και την πολιτιστική μας κληρονομιά, με θεατρικές μαθητικές παραστάσεις, εργαζόμενοι πολλές ώρες πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου τους, συμβάλλουν στην καλλιέργεια των νέων και στην καθοδήγηση τους προς τις αξίες του ωραίου και του καλού. Αυτές οι εξαιρετικές περιπτώσεις, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να αναγνωρίζονται και να επιβραβεύονται;

Χρήσιμο θα ήταν, επίσης, να αναγνωριστεί η μουσική παιδεία που δίνουν οι φιλαρμονικές μας, που είναι το μεγαλύτερο σχολείο πολιτισμού στην Κέρκυρα.  Αφού προτυποποιηθεί η εκπαίδευση που γίνεται σ’ αυτές, στη συνέχεια θα μπορούσε να διεκδικηθεί η κρατική αναγνώρισή τους, έτσι ώστε η μαθητεία στις φιλαρμονικές να αποτελεί εφόδιο στην επαγγελματική σταδιοδρομία των σπουδαστών τους.

Με τέτοιες ενέργειες μπορεί να επιτευχθεί μία ανακατάταξη αξιών, έτσι ώστε  να ανασυρθούν από το βάραθρο που έχουν καταπέσει οι αξίες της ευγένειας και του πολιτισμού.

Κι αξίζει μια παρατήρηση εδώ. Όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν χρειάζονται χρήματα. Ιδεαλισμό χρειάζονται.

Η ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Τέλος καλοκαιριού κι είναι σκόπιμο να σχολιάσουμε τον τουρισμό μας. Όχι λογαριάζοντας πόσοι τουρίστες ήρθαν και πόσα χρήματα άφησαν, πόσα κρουαζιερόπλοια, πόσα ιδιωτικά σκάφη και πόσα αεροπλάνα.

Αξία έχει να κάνουμε έναν απολογισμό με προβολή στο μέλλον, πράγμα που ουσιαστικά ταυτίζεται με την ποιότητα του τουρισμού μας. Αν, δηλαδή, προσφέραμε καλές υπηρεσίες, τότε, πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον. Αν, αντίθετα, οι  υπηρεσίες μας ήταν κακές, τότε δεν πρέπει να έχουμε προσδοκίες για το τουριστικό μέλλον της Κέρκυρας, το οικονομικό μέλλον του κάθε Κερκυραίου, εντέλει, αφού η οικονομία της Κέρκυρας στηρίζεται εξ ολοκλήρου στον τουρισμό.

Ας θέσουμε, λοιπόν, το απλό ερώτημα: Γιατί ο τουρίστας που επισκέφτηκε την Κέρκυρα θα ήθελε να την επισκεφτεί ξανά;

Αναμφίβολα, η απάντηση δεν είναι μία. Υπάρχουν ένα σωρό παράμετροι που επηρεάζουν το πόσο καλά περνάει ένας τουρίστας, από το είδος και την ποιότητα του τουρισμού που αγοράζει καθώς κι από τις προσδοκίες που έχει.

Στο άρθρο αυτό, όμως, δεν υπάρχει πρόθεση να γίνει μια σφαιρική ανάλυση της τουριστικής πολιτικής που ασκείται στην Κέρκυρα αλλά θα σχολιαστεί το ανθρώπινο στοιχείο. Θα σταθούμε, δηλαδή, στην συμπεριφορά και την εικόνα του Κερκυραίου   που  εντέλει χαρακτηρίζει και τον πολιτισμό της.

Λοιπόν, ναι. Ο τουρίστας που επισκέπτεται την Κέρκυρα θα συναντήσει αδιαφορία και αγένεια. Γκαρσόνια με βρώμικα χέρια, με σαγιονάρες και βρώμικα πόδια, με ρούχα που βρωμάνε τσίκνα, ιδρώτα και κουζινίλα. Θα συναντήσει πονηριά και ακρίβεια σε εστιατόρια που προσφέρουν βιομηχανοποιημένες πίτσες και φαγητά προμηθευμένα από κέτερινγκ. Θα συναντήσει καταβρώμικες τουαλέτες που, μπαίνοντας μέσα, σου πιάνεται η αναπνοή…

Να σταματήσουμε εδώ. Γιατί δεν έχουμε διάθεση ούτε να μελαγχολήσουμε, ούτε να αυτομαστιγωθούμε. Εντέλει, σκοπός αυτής της συζήτησης δεν είναι η μομφή αλλά η αυτοκριτική και η επισήμανση μιας αδυναμίας.

Κι η αδυναμία εντοπίζεται στον τρόπο που δομήθηκε ο τουρισμός στην Κέρκυρα. Διότι, χωρίς καμία γνώση και εκπαίδευση, ξαφνικά, χιλιάδες κόσμου εντάχτηκαν επαγγελματικά στις υπηρεσίες του τουρισμού. Έτσι, με το τίποτα, αγροτόπαιδα έγιναν από εστιάτορες μέχρι και σεφ, νοικοκυρές έγιναν σερβιτόρες ή αρχικαμαριέρες και σε κάθε περίπτωση, αφού κάθε άλλη οικονομική πλευρά εγκαταλειπόταν,  όλοι έσπευσαν να κατοχυρώσουν μια θέση στο οικονομικό τουριστικό στερέωμα που ανέτειλε.

Εδώ που φτάσαμε, ένα πράγμα μονάχα μπορεί να λεχθεί: ότι η τουριστική βιομηχανία στην Κέρκυρα λειτουργεί σε απόλυτη σύγχυση.

Κι όμως, δεν είδαμε ούτε μια πρωτοβουλία από κάποιον φορέα, να προσπαθήσει να βελτιώσει την κατάσταση. Δεν είδαμε ούτε έναν δήμο να πάρει μια πρωτοβουλία να εκπαιδεύσει τον κόσμο στα διάφορα επαγγέλματα του τουρισμού, τουλάχιστον στα στοιχειώδη: στο τι σημαίνει τουρισμός και ποια τιμή και σεβασμό πρέπει να αποδίδουμε στον τουρίστα που επισκέπτεται το νησί μας, στην αξία που έχει η ειλικρίνεια, η εντιμότητα η καθαριότητα. Αυτά δηλαδή, που για αιώνες είχαμε και τα χάσαμε μέσα στον ανεμοστρόβιλο που μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε την οικονομική και κοινωνική φυσιογνωμία του νησιού.

Προς την επιμόρφωση πρέπει να στραφούμε. Πράγμα καθόλου δύσκολο. Αποφασιστικότητα χρειάζεται και συντονισμός. Κυρίως από τους δήμους καθώς τέτοιες πρωτοβουλίες λειτουργούν αναπτυξιακά και πολιτισμικά για τον τόπο τους. Δεν είναι λύσεις ακριβές. Ας προσθέσουμε δε πως τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν  να ενταχτούν στα Ευρωπαϊκά προγράμματα, που τις καλύπτουν οικονομικά.

Είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον, η επιμόρφωση στα διάφορα τουριστικά επαγγέλματα πρέπει να γίνει ένας θεσμός που σε κάθε δήμο θα λειτουργεί κάθε χειμώνα. Για να ξεκαθαρίσει η θολή αντίληψη περί τουρισμού με την απόκτηση γνώσης και επαγγελματικής συνείδησης.

Για να ξαναβρούμε, εντέλει, το πρόσωπο του Κερκυραίου που για αρκετά χρόνια το έχουμε χάσει.

 

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

 

Με την έναρξη του φθινοπώρου, κόμματα και υποψήφιοι θ’ αρχίσουν να προετοιμάζονται για τις αυτοδιοικητικές εκλογές που θα γίνουν σ’ ένα χρόνο. Δεδομένου ότι υπάρχει μια γενικευμένη απογοήτευση στους πολίτες της τοπικής κοινωνίας για τις επιδόσεις  των τοπικών αρχών, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να διερευνήσουμε ποιες προσδοκίες υπάρχουν για το καλύτερο.

Καμία θα απαντούσα αμέσως. Κι αυτό γιατί επί σειρά ετών ανακυκλώνονται οι ίδιοι άνθρωποι κι οι ίδιες τακτικές. Γεγονός που ασφαλώς δεν είναι άσχετο με την αποσάθρωση της κοινωνίας, που κολυμπάει στη διαφθορά, τη συναλλαγή και τον αριβισμό. Σύμφωνα, δηλαδή, με τη φράση της ιερόδουλης του ποιήματος της Γαλάτειας Καζαντζάκη: ίδια σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.

Ναι, οι ίδιοι άνθρωποι θα μας εκπροσωπήσουν. Ματαιόδοξοι, αστοιχείωτοι, διαπλεκόμενοι, ηγεμονίσκοι και κομματικοί που όχι μόνον δεν βοηθούν την αυτοδιοίκηση αλλά αποτελούν και τη μεγάλη μάζα που ισοπεδώνει κάθε αξιόλογη περίπτωση που τολμά να εμφανιστεί στο αυτοδιοικητικό προσκήνιο.

Η αρχή είναι μία: Όποιος «ξεχωριστός» εμφανίζεται, εφ’ όσον δεν  προσαρμόζεται στα ισχύοντα απομονώνεται και αδρανοποιείται.

Άκρατη απαισιοδοξία, θα πει κανείς. Άκρατος ρεαλισμός, θα αντί πω.  Πράγμα χρήσιμο για το μέλλον. Να προβλέπουμε και να παλεύουμε για το καλύτερο. Γιατί η μάχη τώρα πρέπει να δοθεί.

  –  Με τη διαμαρτυρία των πολιτών. Να μη χάνουμε ευκαιρία να στηλιτεύουμε τους ανεπαρκείς,  τους παλαιοκομματικούς και τα υποχείρια της διαπλοκής.

  –  Προτρέποντας τα κόμματα ν’ αλλάξουν τακτική για το καλό του τόπου μας.

  – Μα ποιο πολύ, ενθαρρύνοντας τα γνωστά μας υγιή μέλη των κομμάτων να υψώσουν τη φωνή τους για την επιλογή καλών υποψήφιων, αφού από κει ξεκινάει η μάχη. Από τις επιλογές των υποψηφίων από την πλευρά των κομμάτων. Κι είναι βέβαιο πως μέσα στα κόμματα υπάρχουν έντιμα και υγιή στελέχη που η μεγάλη προσφορά τους κρίνεται αποκλειστικά σ’ αυτή τη φάση. Στο να προτείνουν και να στηρίξουν καλούς υποψήφιους.

Εν ολίγοις, αναιρείται η φράση που λέει πως οι εκλογές είναι μεγάλη στιγμή της δημοκρατίας. Η αλήθεια είναι πως η μεγαλύτερη στιγμή της δημοκρατίας είναι η επιλογή των υποψηφίων από τους κομματικούς μηχανισμούς.

Αν μας παρουσιάσουν  νέους, άφθαρτους και επαρκείς, απ’ αυτούς θα επιλέξουμε. Διαφορετικά, θα συνεχιστεί η ίδια κατάσταση.

Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Τα τελευταία χρόνια ακούμε τους Κερκυραίους να παραπονούνται διαρκώς πως η Κέρκυρα έχει εγκαταλειφτεί. Δρόμοι αδιάβατοι, δημόσια κτήρια γερασμένα, δημόσιες υπηρεσίες δυσλειτουργικές. Και μπορεί όλα αυτά να είναι αληθινά, όμως στο σχόλιο αυτό θα μιλήσω  για τη δική μας ευθύνη. Όχι την προσωπική αλλά τη συλλογική. Γιατί δεν έχει καμιά αξία να λέμε τα παράπονά μας ο ένας στον άλλον αλλά να θέτουμε τα προβλήματα δημόσια και επίσημα. Τότε μόνον υπάρχει πιθανότητα να ακουστούν.

Επί της ουσίας, λοιπόν. Έχει δει κανένας τα τελευταία χρόνια κάποια ανακοίνωση του συλλόγου των Κερκυραίων μηχανικών για την επικίνδυνη κατάσταση των δρόμων, για την κακή κατάσταση των κτηρίων και την καθοδήγηση για τη συντήρησή τους; Έχει πάρει ποτέ θέση ο ίδιος σύλλογος για την κατάσταση των δρόμων της πόλης που διαρκώς σκάφτονται για να τοποθετηθεί κάποιο υπόγειο δίκτυο που αμέσως μόλις τελειώσει ξεκινάει καινούργιο σκάψιμο για να τοποθετηθεί κάποιο άλλο δίκτυο;

Κι όμως, η Κέρκυρα ζει σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον τουρισμό κι η πόλη της θα έπρεπε να είναι σαν βιτρίνα. Οι δρόμοι της θα έπρεπε να είναι ακέραιοι κι αυτό θα μπορούσε να γίνει αν υπήρχε ένα επισκέψιμο υπόγειο δίκτυο σ’ όλο το κέντρο της πόλης που θα φιλοξενούσε οποιοδήποτε δίκτυο, υδρευτικό, αποχετευτικό, ηλεκτρικό, τηλεφωνικό, τηλεοπτικό, του   φωταερίου, και ότι άλλο  οι νέες τεχνολογίες θα φέρουν. Κι αν δεν μιλήσουν οι μηχανικοί που γνωρίζουν, ποιοι θα μιλήσουν για τέτοια θέματα και πώς θα προκύψουν οι λύσεις;

Τα ίδια ισχύουν για τους αρχιτέκτονες. Η πόλη της Κέρκυρας επί χρόνια κακοποιήθηκε βάναυσα και δεν είδαμε ποτέ μια ανακοίνωση από την πλευρά των αρχιτεκτόνων. Τώρα δε που δημιουργήθηκε αυτή η χρυσή ευκαιρία με την ένταξη της πόλης της Κέρκυρας στα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο, ενώ βλέπουμε πως δημιουργούνται παλινωδίες και προσκόμματα από την πλευρά των θιγομένων συμφερόντων, δεν ακούσαμε ούτε λέξη από το τους αρχιτέκτονες. Κι όμως, πρέπει να μιλήσουν και να βοηθήσουν να προχωρήσει ο εξωραϊσμός  της πόλης εξηγώντας συγχρόνως πως αν θιγούν κάποια συμφέροντα τα οφέλη που θα προκύψουν από τον βελτίωση της αισθητικής  της πόλης θα  είναι πολλαπλάσια.

Ας πούμε και για τη δημόσια υγεία που βρίσκεται στο έλεος του Θεού.    Επί χρόνια συντελούνταν εκείνοι οι ανελέητοι δηλητηριώδεις αεροψεκασμοί και δεν είδαμε τον Ιατρικό Σύλλογο να παίρνει θέση. Το ίδιο συνέβη και με το χάλι των χωματερών και ιδιαίτερα με τη ντροπή του Τεμπλονίου, που ενώ αναφέρεται ως ΧΥΤΑ  λειτούργησε ως χωματερή και ο Ιατρικός Σύλλογος είπε ποτέ μια κουβέντα για να υπερασπιστεί την υγεία των κατοίκων του Τεμπλονίου αλλά και της ευρύτερης περιοχής, αφού ο υδροφόρος ορίζοντας έχει ρυπανθεί και μολυνθεί.

Δεν είδαμε ούτε κάποια ανακοίνωση για τις βρώμικες παραλίες και για την ενθάρρυνση των δήμων προς τη βιολογική επεξεργασία των λυμάτων, που πρέπει να γίνει σε όλο το νησί. Κι υπάρχουν, επίσης, πολλά άλλα σοβαρά θέματα που οι απλοί πολίτες δεν γνωρίζουν και θα περίμενε κανείς οι γιατροί να τα θέσουν, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της λεπτοσπείρωσης που ενδημεί στην Κέρκυρα επειδή κατέκλυσαν όλο το νησί τα ποντίκια, καθώς και για το Άουσβιτς των σκύλων που υπάρχει στον Αϊ Γιάννη κι αποτελεί τη μεγάλη δεξαμενή της  λεϊσμανίασης που επίσης ενδημεί στο νησί.

Και κάτι τελευταίο, που ίσως είναι και το κεφαλαιώδες για τη δημόσια υγεία. Ποιος ποτέ έθεσε το ζήτημα της απουσίας Νομιάτρου στην Κέρκυρα; Ένας Νομίατρος, με τις ειδικές γνώσεις του, θα μπορούσε να είχε δώσει λύσεις σε πολλά ζητήματα δημόσιας υγείας. Κι όμως, έχει αποσιωπηθεί πλήρως η επί τρεις δεκαετίες  απουσία Νομιάτρου από την Κέρκυρα.

 

Σιωπή, σιωπή, σιωπή. Κι όλα αυτά  συμβαίνουν από την έλλειψη  συναίσθησης του χρέους και της ευθύνης, Γιατί οι επιστήμονες και πολλοί άλλοι συλλογικοί φορείς δεν έχουν συνειδητοποιήσει ούτε το χρέος τους, ούτε τη δύναμή τους. Πράγμα που ‘εχει παγιώσει στον τόπο μας την αδράνεια και τον εφησυχασμό.

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΤΕΜΠΛΟΝΙΟΥ

 

 

Κάθε δυο και τρεις ανακύπτει το ίδιο πρόβλημα. Οι κάτοικοι του Τεμπλονιού κλείνουν το ΧΥΤΑ της περιοχής τους, η Κέρκυρα γεμίζει με σκουπίδια κι η ζωή του νησιού αναστατώνεται.

Οι κάτοικοι του Τεμπλονιού με το εκάστοτε κλείσιμο του ΧΥΤΑ διαδηλώνουν τη διαμαρτυρία τους για τους κινδύνους που απειλούν την υγεία τους λόγω της κακής λειτουργίας του ΧΥΤΑ. Και τότε επανέρχεται ενώπιόν μας το δίλημμα:

Να συμμεριστούμε τα παράπονα των κατοίκων του Τεμπλονιού, να κλείσει ο ΧΥΤΑ που είναι ο μοναδικός τόπος απόθεσης των σκουπιδιών της Κέρκυρας και ν’ αφήσουμε το νησί να βρωμίσει απ’ άκρη σ’ άκρη; Ή να υποστηρίξουμε την άμεση επαναλειτουργία του ΧΥΤΑ εν ονόματι του καλού της Κέρκυρας;

Η απάντηση βέβαια κάθε νουνεχούς είναι προφανής: Να μαζευτούν τα σκουπίδια αμέσως και να οδηγηθούν στο Τεμπλόνι γιατί διαφορετικά κινδυνεύει η υγεία των κατοίκων της Κέρκυρας ενώ συγχρόνως βλάπτεται ο τουρισμός της που αποτελεί τη κύρια οικονομική πηγή του νησιού. Και τελικά, κάθε φορά αυτό γίνεται. Επικρατεί η φωνή της λογικής και ο ΧΥΤΑ ξανανοίγει.

Πίσω, όμως από την πρόδηλη λογική υπάρχει το άδηλο παράλογο. Διότι είναι σ’ όλους γνωστό πως στην περιοχή λειτουργούσε για χρόνια χωματερή και στη συνέχεια δημιουργήθηκε ο ΧΥΤΑ. Με ευθύνη, όμως της τοπικής αυτοδιοίκησης ποτέ δε λειτούργησε ως ΧΥΤΑ αλλά κατ’ ουσίαν συνέχισε να λειτουργεί ως χωματερή, αφού ούτε ο βιολογικός του λειτούργησε ούτε η καύση του βιοαερίου.

Εντέλει, αυτό που για χρόνια βιώνουν οι κάτοικοι της περιοχής του Τεμπλονιού είναι ένα μαρτύριο. Εκ πρώτης όψεως λόγω της δυσοσμίας, που δεν μπορεί κανείς μας δεν μπορεί να την κατανοήσει αν δεν επισκεφτεί την περιοχή. Βρωμάει ο αέρας που αναπνέουν οι κάτοικοι της περιοχής και δεν έχουν άλλη επιλογή από το να τον αναπνέουν. Αυτό, όμως, δεν είναι τίποτα μπροστά στο μεγάλο κίνδυνο που απειλεί την υγεία τους, λόγω των κάθε είδους ρύπων, των μολυσματικών αποβλήτων και των διοξινών που έχουν κατακλείσει την περιοχή του ΧΥΤΑ. Ένα σκάνδαλο που δεν αφορά μονάχα το στενό περιβάλλον του Τεμπλονιού αλλά δυνητικά ολόκληρο το νησί.

Να θυμηθούμε πως την τελευταία εικοσαετία η τοπική αυτοδιοίκηση ενέχεται για ένα ακόμη σκάνδαλο, εκείνο του δακοκτόνου Lebaycid. Ορισμένοι πολιτικάντηδες, προκειμένου να φανούν αρεστοί στους ψηφοφόρους τους, ψέκαζαν με αεροπλάνα και ελικόπτερα όλο το νησί αδιαφορώντας για το ότι το δηλητήριο αυτό είναι επικίνδυνο για την υγεία των κατοίκων και συγκεκριμένα προκαλεί γενετικές ανωμαλίες και μακροπρόθεσμα καρκίνο.

Όμως, τούτη τη φορά, το σκάνδαλο του  Τεμπλονιού  είναι απείρως μεγαλύτερο.  Εκτός από τη ρύπανση, τη μόλυνση της περιοχής και τη δυσοσμία το ζήτημα των διοξινών είναι πάνω απ’ όλα. Η περιοχή γύρω από τον κατ’ όνομα ΧΥΤΑ, στον αέρα, στο έδαφος και το νερό είναι γεμάτη από διοξίνες, που είναι ουσίες ισχυρά καρκινογόνες, βλάπτουν το ανοσολογικό σύστημα και προκαλούν ένα σωρό άλλες γενετικές, ενδοκρινολογικές και γενετικές ανωμαλίες.

Οι διοξίνες είναι από τις πιο τοξικές ουσίες που δημιούργησε ο άνθρωπος. Στις χωματερές παράγονται από την καύση των σκουπιδιών που περιέχουν χλωριωμένα συστατικά και πλαστικά PVC, όταν το οξυγόνο είναι ανεπαρκές.  Εμπλέκονται σ’ όλη την τροφική αλυσίδα, αφού μολύνουν το έδαφος, το νερό και το αέρα. Με τα σωματίδια της στάχτης που τα παίρνει ο άνεμος, μολύνουν το χόρτο και στη συνέχεια τα ζώα που το τρώνε. Στα ζώα οι διοξίνες, που είναι λιπόφιλες, συσσωρεύονται σε ψηλές συγκεντρώσεις στο λίπος τους και στη συνέχεια μολύνουν τους ανθρώπους που καταναλώνουν το γάλα ή το λίπος των μολυσμένων ζώων.

Γύρω από τις χωματερές οι διοξίνες που ανιχνεύονται στο γάλα των ζώων είναι 1,5 φορές πάνω από ανώτερο επιτρεπτό όριο, οι τιμές που ανιχνεύονται στο λάδι είναι 12 φορές πάνω από το όριο και στα αυγά 9 φορές πάνω από το όριο.

Η δράση των διοξινών στον άνθρωπο είναι αθροιστική αλλά  δεν είναι άμεση. Μπορεί να προκαλέσουν μετά από πάρα πολλά χρόνια καρκίνο (κυρίως των όρχεων και του μαστού), αρρώστιες του θυρεοειδούς, του ανοσοποιητικού καθώς και γενετικές ανωμαλίες στα παιδιά που θα γεννηθούν στη γύρω περιοχή μέχρι και σε απόσταση τριών χιλιομέτρων.

Το έγκλημα είναι προφανές. Όμως, όπως όλα τα ανομήματα των πολιτικών προσώπων ξεπλένονται στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, την επονομαζόμενη «πολιτική ευθύνη». Και το ζήτημα τελειώνει χωρίς να υπάρχουν συνέπειες για τους υπεύθυνους.

Αφήνοντας, όμως κατά μέρος τις ποινικές ευθύνες των υπευθύνων, θέλω να θέσω ένα άλλο ζήτημα. Το ηθικό. Οι υπεύθυνοι σκέφτονται τον πόνο που έχουν προκαλέσει ή θα προκαλέσουν στο μέλλον; Αναλογίζονται πως με τις παραλείψεις τους και τη συγκάλυψή τους έχουν ξαμολήσει δυστυχία και  εφιάλτες προς τις οικογένειες των κατοίκων του Τεμπλονιού;

Αλίμονο, κύριοι πολιτικοί υπευθυνοανεύθυνοι. Ή δεν έχετε καταλάβει τίποτα, ή δεν έχετε τσίπα.